Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Instrument
01
μουσικό όργανο
Ein Gerät oder Werkzeug, das zum Musizieren verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Instrument(e)s
πληθυντικός τύπος
Instrumente
Παραδείγματα
Er spielt mehrere Instrumente, zum Beispiel Gitarre und Klavier.
Παίζει πολλά όργανα, για παράδειγμα κιθάρα και πιάνο.
02
εργαλείο, όργανο
Ein Werkzeug oder Mittel, das für einen bestimmten Zweck benutzt wird
Παραδείγματα
Die Lupe ist ein wichtiges Instrument für die Wissenschaft.
Το μεγεθυντικό φακός είναι ένα σημαντικό εργαλείο για την επιστήμη.
Λεξικό Δέντρο
instrumental
instrument



























