Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
installieren
01
εγκαθιστώ, διαμορφώνω
Eine Software oder Hardware einrichten und betriebsbereit machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
installiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
installiert
ενεστώτα μετοχή
installierend
απλός αόριστος
installierte
παθητική μετοχή
installiert
Παραδείγματα
Ich installiere das neue Betriebssystem.
Εγκαθιστώ το νέο λειτουργικό σύστημα.



























