Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
innovativ
01
καινοτόμος, πρωτοποριακός
Neuartig, kreativ und fortschrittlich in Ideen oder Methoden
Παραδείγματα
Innovative Startups verändern den Markt.
Οι καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις μεταμορφώνουν την αγορά.


























