Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Innenhof
01
εσωτερική αυλή, αυλή
von Gebäuden umschlossener, nicht überdachter Hof innerhalb eines Gebäudekomplexes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Innenhöfe
γενική πτώση
Innenhof(e)s
Παραδείγματα
Der Innenhof ist der perfekte Ort für ein Picknick.
Η εσωτερική αυλή είναι το ιδανικό μέρος για πικνίκ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
innenhof
innen
hof



























