der innenhof
i
ˈɪ
i
nnen
nən
nēn
hof
ho:f
hof

Ορισμός και σημασία του "innenhof"στα γερμανικά

01

εσωτερική αυλή, αυλή

von Gebäuden umschlossener, nicht überdachter Hof innerhalb eines Gebäudekomplexes 
der Innenhof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Innenhöfe
γενική πτώση
Innenhof(e)s
Παραδείγματα
Der Innenhof ist der perfekte Ort für ein Picknick. 

Η εσωτερική αυλή είναι το ιδανικό μέρος για πικνίκ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

innenhof

innen

+

hof

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store