innovativ
Pronunciation
/ɪnovaˈtiːf/

Ορισμός και σημασία του "innovativ"στα γερμανικά

01

καινοτόμος, πρωτοποριακός

Neuartig, kreativ und fortschrittlich in Ideen oder Methoden
innovativ definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am innovativsten
συγκριτικός βαθμός
innovativer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Innovative Startups verändern den Markt.
Οι καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις μεταμορφώνουν την αγορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store