Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
innen
01
μέσα, στο εσωτερικό
An einem Ort, der sich innerhalb eines Raumes, Gebäudes oder Gegenstands befindet
Παραδείγματα
Die Wände sind außen rau, aber innen glatt.
Οι τοίχοι είναι τραχείς στο εξωτερικό, αλλά λείοι στο εσωτερικό.


























