illegal
i
ɪ
i
lle
le
le
gal
ˈga:l
gal

Ορισμός και σημασία του "illegal"στα γερμανικά

01

παράνομος

Gegen das Gesetz verstoßend 
illegal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am illegalsten
συγκριτικός βαθμός
illegaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Drogenbesitz ist in Deutschland illegal. 

Η κατοχή ναρκωτικών είναι παράνομη στη Γερμανία.

Λεξικό Δέντρο

illegal
legal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store