ignorieren
Pronunciation
/ɪɡnoˈʀiːʀən/

Ορισμός και σημασία του "ignorieren"στα γερμανικά

ignorieren
01

αγνοώ, δεν δίνω σημασία σε

Etwas oder jemanden absichtlich nicht beachten
ignorieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ignoriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
ignoriert
ενεστώτα μετοχή
ignorierend
απλός αόριστος
ignorierte
παθητική μετοχή
ignoriert
Παραδείγματα
Er wurde von der Gruppe absichtlich ignoriert.
Ήταν σκόπιμα αγνοημένος από την ομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store