Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ignorieren
01
αγνοώ, δεν δίνω σημασία σε
Etwas oder jemanden absichtlich nicht beachten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ignoriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
ignoriert
ενεστώτα μετοχή
ignorierend
απλός αόριστος
ignorierte
παθητική μετοχή
ignoriert
Παραδείγματα
Er wurde von der Gruppe absichtlich ignoriert.
Ήταν σκόπιμα αγνοημένος από την ομάδα.



























