Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ideell
01
ιδεώδης, μη υλικός
Auf geistigen oder moralischen Werten beruhend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ideellsten
συγκριτικός βαθμός
ideeller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Museum bewahrt sowohl Artefakte als auch ideelles Wissen.
Το μουσείο διατηρεί τόσο αντικείμενα όσο και ιδεατή γνώση.



























