ideell
i
ˌi:
i
deell
ˈdeɛl
deel
mo­telmodellgestellformell

Ορισμός και σημασία του "ideell"στα γερμανικά

01

ιδεώδης, μη υλικός

Auf geistigen oder moralischen Werten beruhend 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ideellsten
συγκριτικός βαθμός
ideeller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Organisation leistet sowohl materielle als auch ideelle Unterstützung. 

Ο οργανισμός παρέχει τόσο υλική όσο και ιδεατή υποστήριξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store