der hörer
hörer
hø:ʁɐ
heur

Ορισμός και σημασία του "hörer"στα γερμανικά

01

ακροατής, ακούων

Eine Person, die aufmerksam zuhört, besonders bei einem Vortrag, Gespräch oder im Radio 
der Hörer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hörers
πληθυντικός τύπος
Hörer
Παραδείγματα
Die Hörer stellten nach dem Vortrag viele Fragen. 

Οι ακροατές έκαναν πολλές ερωτήσεις μετά τη διάλεξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store