Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hölle
[gender: feminine]
01
κόλαση, άδης
Ein Ort des ewigen Leidens und der Bestrafung in vielen Religionen, oft als Gegenstück zum Himmel verstanden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hölle
πληθυντικός τύπος
Höllen
Παραδείγματα
Die Hölle wird in der Literatur oft als ein feuriger Ort beschrieben.
Η κόλαση συχνά περιγράφεται ως ένα φλογερό μέρος στη λογοτεχνία.



























