Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hypnose
01
ύπνωση, υπνωτική κατάσταση
Ein bewusst herbeigeführter Zustand tiefer Entspannung mit erhöhter Suggestibilität, der für medizinische, therapeutische oder experimentelle Zwecke genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hypnose
πληθυντικός τύπος
Hypnosen
Παραδείγματα
Die Studie untersuchte die Wirkung von Hypnose auf das Gedächtnis.
Η μελέτη εξέτασε την επίδραση της ύπνωσης στη μνήμη.



























