die hypnose
hyp
hʏp
hup
no
ˈno:
no
se

Ορισμός και σημασία του "hypnose"στα γερμανικά

01

ύπνωση, υπνωτική κατάσταση

Ein bewusst herbeigeführter Zustand tiefer Entspannung mit erhöhter Suggestibilität, der für medizinische, therapeutische oder experimentelle Zwecke genutzt wird 
die Hypnose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hypnose
πληθυντικός τύπος
Hypnosen
Παραδείγματα
Die Hypnose half ihm, seine Angst vor Spritzen zu überwinden. 

Ο υπνωτισμός τον βοήθησε να ξεπεράσει τον φόβο για τις βελόνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store