Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hyperaktivität
[gender: feminine]
01
υπερκινητικότητα, υπερβολική δραστηριότητα
Ein Zustand übermäßiger körperlicher oder geistiger Aktivität, oft mit Unfähigkeit zur Konzentration oder Ruhe
Παραδείγματα
Therapien helfen, die Hyperaktivität zu kontrollieren.
Οι θεραπείες βοηθούν στον έλεγχο της υπερακτικότητας.


























