Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
husten
01
βήχω, έχω βήχα
Luft laut aus dem Hals stoßen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
huste
γ΄ ενικό πρόσωπο
hustet
ενεστώτα μετοχή
hustend
απλός αόριστος
hustete
παθητική μετοχή
gehustet
Παραδείγματα
Ich huste seit gestern.
Βήχας βοηθά στην εκτόξευση του αέρα δυνατά από τον λαιμό.
Der Husten
01
βήχας, επίθεση βήχα
Ein Geräusch beim plötzlichen Ausatmen durch den Hals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Husten
γενική πτώση
Hustens
Παραδείγματα
Der Husten ist stark.
Ο βήχας είναι δυνατός.
LanGeek



























