Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hupen
01
κορνάρω, πατάω το κόρνο
Ein Signal mit der Autohupe geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hupe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hupt
ενεστώτα μετοχή
hupend
απλός αόριστος
hupte
παθητική μετοχή
gehupt
Παραδείγματα
Er hupte, weil das Auto vor ihm langsam fuhr.
Αυτός κόρναρε γιατί το αυτοκίνητο μπροστά του οδηγούσε αργά.



























