Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horchen
01
ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή
Auf etwas genau und aufmerksam hören
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
horche
γ΄ ενικό πρόσωπο
horcht
ενεστώτα μετοχή
horchend
απλός αόριστος
horchte
παθητική μετοχή
gehorcht
Παραδείγματα
Er horchte im Dunkeln, ob Schritte zu hören waren.
Αυτός άκουγε προσεκτικά στο σκοτάδι για να δει αν μπορούσε να ακούσει βήματα.
02
heimlich oder gespannt zuhören, um etwas Bestimmtes zu hören
Παραδείγματα
Wir horchten gespannt auf die Stimmen draußen.



























