horchen
horchen
hɔʁçn
hawrchn

Ορισμός και σημασία του "horchen"στα γερμανικά

horchen
01

ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή

Auf etwas genau und aufmerksam hören 
horchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
horche
γ΄ ενικό πρόσωπο
horcht
ενεστώτα μετοχή
horchend
απλός αόριστος
horchte
παθητική μετοχή
gehorcht
Παραδείγματα
Der Hund horchte auf das leise Geräusch. 

Ο σκύλος άκουσε προσεκτικά το απαλό θόρυβο.

02

heimlich oder gespannt zuhören, um etwas Bestimmtes zu hören 

Παραδείγματα
Das Kind horchte an der Tür. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store