Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horchen
01
ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή
Auf etwas genau und aufmerksam hören
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
horche
γ΄ ενικό πρόσωπο
horcht
ενεστώτα μετοχή
horchend
απλός αόριστος
horchte
παθητική μετοχή
gehorcht
Παραδείγματα
Der Hund horchte auf das leise Geräusch.
Ο σκύλος άκουσε προσεκτικά το απαλό θόρυβο.
02
heimlich oder gespannt zuhören, um etwas Bestimmtes zu hören
Παραδείγματα
Das Kind horchte an der Tür.



























