Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Honorierung
[gender: feminine]
01
αμοιβή, αποζημίωση
Die Vergütung für freiberufliche, künstlerische oder beratende Tätigkeiten, die nicht in einem festen Arbeitsverhältnis erbracht werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Honorierung
πληθυντικός τύπος
Honorierungen
Παραδείγματα
Die Honorierung von Künstlern erfolgt oft pro Auftritt.
Η αποζημίωση των καλλιτεχνών γίνεται συχνά ανά παράσταση.



























