die hitze
hit
ˈhɪt
hit
ze
hetze

Ορισμός και σημασία του "hitze"στα γερμανικά

01

ζέστη, καύσωνας

Eine sehr hohe Temperatur oder große Wärme 
die Hitze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hitze
Παραδείγματα
Die Hitze im Sommer ist oft unangenehm. 

Η ζέστη το καλοκαίρι είναι συχνά δυσάρεστη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store