Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Hintergrund
[gender: masculine]
01
φόντο, υπόβαθρο
Der hintere Bereich eines Bildes oder einer Szene, der sich hinter dem Hauptmotiv befindet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hintergrund(e)s
πληθυντικός τύπος
Hintergründe
Παραδείγματα
Der Fotograf entfernte den störenden Müll aus dem Hintergrund.
Ο φωτογράφος αφαίρεσε τα αποσπώντας την προσοχή σκουπίδια από το φόντο.



























