hexen
hexen
hɛksn
heksn
hebenhegen

Ορισμός και σημασία του "hexen"στα γερμανικά

01

μαγεύω, ρίχνω ξόρκι

Mit Magie oder Zauberei etwas bewirken, oft im Zusammenhang mit Hexen 
hexen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hexe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hext
ενεστώτα μετοχή
hexend
απλός αόριστος
hexte
παθητική μετοχή
gehext
Παραδείγματα
Die alte Frau soll im Wald hexen. 

Λέγεται ότι η γριά μαγεύει στο δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store