Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hexen
01
μαγεύω, ρίχνω ξόρκι
Mit Magie oder Zauberei etwas bewirken, oft im Zusammenhang mit Hexen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hexe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hext
ενεστώτα μετοχή
hexend
απλός αόριστος
hexte
παθητική μετοχή
gehext
Παραδείγματα
Er behauptet, jemand habe über ihn gehexen.
Ισχυρίζεται ότι κάποιος τον μάγεψε.



























