Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heutig
01
σύγχρονος, σημερινός
Die gegenwärtige Zeit oder den aktuellen Tag betreffend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die heutige Mode ist sehr unterschiedlich.
Η σύγχρονη μόδα είναι πολύ διαφορετική.



























