das heu
heu
hɔɪ̯
χοϊ

Ορισμός και σημασία του "heu"στα γερμανικά

01

άχυρο, ξηρή τροφή

Getrocknetes Gras, das als Tierfutter dient 
das Heu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Heu(e)s
Παραδείγματα
Die Kühe fressen im Winter Heu. 

Οι αγελάδες τρώνε άχυρο το χειμώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store