Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herunterladen
01
κατεβάζω, φορτώνω
Daten aus dem Internet auf ein Gerät übertragen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
herunter
βασικό ρήμα
laden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lade herunter
γ΄ ενικό πρόσωπο
lädt herunter
ενεστώτα μετοχή
herunterladend
απλός αόριστος
lud herunter
παθητική μετοχή
heruntergeladen
Παραδείγματα
Hast du die App schon heruntergeladen?
Έχεις ήδη κατεβάσει την εφαρμογή;



























