der herr
herr
hɛɐ
he
perer

Ορισμός και σημασία του "herr"στα γερμανικά

01

κύριος, κύριε

Eine höfliche Anrede für einen erwachsenen männlichen Menschen 
der Herr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Herr(e)n
αρσενικό ενικό
Herr
θηλυκό ενικό
Frau
γενική πτώση
Herr(e)n
Παραδείγματα
Der Herr trägt einen Anzug. 

Ο κύριος φοράει ένα κοστούμι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store