heißen
heißen
haɪ̯sɐn
haisn
heizenheilen

Ορισμός και σημασία του "heißen"στα γερμανικά

heißen
01

ονομάζομαι, λέγομαι

Einen Namen tragen 
heißen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heiße
γ΄ ενικό πρόσωπο
heißt
ενεστώτα μετοχή
heißend
απλός αόριστος
hieß
παθητική μετοχή
geheißen
Παραδείγματα
Ich heiße Anna. 

Με λένε Άννα.

02

σημαίνω, εννοώ

Eine Bedeutung oder eine bestimmte Aussage haben 
heißen definition and meaning
Παραδείγματα
Was heißt dieses Wort? 

Τι σημαίνει αυτή η λέξη;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store