Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heißen
[past form: hieß]
01
ονομάζομαι, λέγομαι
Einen Namen tragen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heiße
γ΄ ενικό πρόσωπο
heißt
ενεστώτα μετοχή
heißend
απλός αόριστος
hieß
παθητική μετοχή
geheißen
Παραδείγματα
Wie heißt dein Hund?
Πώς λέγεται ο σκύλος σου;
02
σημαίνω, εννοώ
Eine Bedeutung oder eine bestimmte Aussage haben
Παραδείγματα
Sein Lächeln heißt Freundschaft.
Το χαμόγελό του σημαίνει φιλία.



























