heiraten
heiraten
haɪ̯ʁa:tn
hairatn

Ορισμός και σημασία του "heiraten"στα γερμανικά

heiraten
01

παντρεύομαι

Mit jemandem eine Ehe schließen 
heiraten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heirate
γ΄ ενικό πρόσωπο
heiratet
ενεστώτα μετοχή
heiratend
απλός αόριστος
heiratete
παθητική μετοχή
geheiratet
Παραδείγματα
Sie wollen nächsten Monat heiraten. 

Θέλουν να παντρευτούν τον επόμενο μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store