Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heiraten
[past form: heiratete]
01
παντρεύομαι
Mit jemandem eine Ehe schließen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heirate
γ΄ ενικό πρόσωπο
heiratet
ενεστώτα μετοχή
heiratend
απλός αόριστος
heiratete
παθητική μετοχή
geheiratet
Παραδείγματα
Hast du schon einmal geheiratet?
Έχεις παντρευτεί ποτέ;



























