Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heiligen
01
αγιάζω, αφιερώνω
Etwas oder jemanden als heilig erklären oder verehren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heilige
γ΄ ενικό πρόσωπο
heiliget
ενεστώτα μετοχή
heiligend
απλός αόριστος
heiligete
παθητική μετοχή
geheiliget
Παραδείγματα
Die Gläubigen heiligen das Kreuz als Symbol ihres Glaubens.
Οι πιστοί αγιάζουν τον σταυρό ως σύμβολο της πίστης τους.



























