heiligen
heiligen
haɪlɪgng
hailigng

Ορισμός και σημασία του "heiligen"στα γερμανικά

heiligen
01

αγιάζω, αφιερώνω

Etwas oder jemanden als heilig erklären oder verehren 
heiligen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heilige
γ΄ ενικό πρόσωπο
heiliget
ενεστώτα μετοχή
heiligend
απλός αόριστος
heiligete
παθητική μετοχή
geheiliget
Παραδείγματα
Die Kirche heiligt diesen Tag als besonderen Feiertag. 

Η εκκλησία αγιάζει αυτήν την ημέρα ως ειδική αργία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store