Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Haus
[gender: neuter]
01
σπίτι, κατοικία
Ein Gebäude, in dem Menschen wohnen
Παραδείγματα
Das Haus steht am See.
Το σπίτι βρίσκεται δίπλα στη λίμνη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σπίτι, κατοικία