das Haus
Pronunciation
/haʊ̯s/

Ορισμός και σημασία του "haus"στα γερμανικά

01

σπίτι, κατοικία

Ein Gebäude, in dem Menschen wohnen
das Haus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Hauses
πληθυντικός τύπος
Häuser
Παραδείγματα
Das Haus steht am See.
Το σπίτι βρίσκεται δίπλα στη λίμνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store