das haus
haus
haʊs
haws
heiß

Ορισμός και σημασία του "haus"στα γερμανικά

01

σπίτι, κατοικία

Ein Gebäude, in dem Menschen wohnen 
das Haus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Häuser
γενική πτώση
Hauses
Παραδείγματα
Das Haus ist sehr groß. 

Το σπίτι είναι πολύ μεγάλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store