der hauptbahnhof
hauptbahnhof
haʊ̯ptba:nho:f
hawptbanhof

Ορισμός και σημασία του "hauptbahnhof"στα γερμανικά

Der Hauptbahnhof
01

κεντρικός σταθμός, κύριος σταθμός

Ein großer Bahnhof in einer Stadt, an dem viele Züge ankommen und abfahren 
der Hauptbahnhof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hauptbahnhof(e)s
πληθυντικός τύπος
Hauptbahnhöfe
Παραδείγματα
Ich treffe dich am Hauptbahnhof. 

Θα σε συναντήσω στον κεντρικό σταθμό.

Λεξικό Δέντρο

hauptbahnhof

haupt

+

bahnhof

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store