die Hauptstadt
Pronunciation
/ˈhaʊ̯ptˌʃtat/

Ορισμός και σημασία του "hauptstadt"στα γερμανικά

Die Hauptstadt
01

πρωτεύουσα, πρωτεύουσα πόλη

Die wichtigste Stadt eines Landes, in der die Regierung sitzt
die Hauptstadt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hauptstadt
πληθυντικός τύπος
Hauptstädte
Παραδείγματα
Reisen in die Hauptstadt sind oft interessant.
Τα ταξίδια στην πρωτεύουσα είναι συχνά ενδιαφέροντα.

Λεξικό Δέντρο

hauptstadt

haupt

+

stadt

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store