die hauptstadt
hauptstadt
haʊpʧtat
hawpchtat

Ορισμός και σημασία του "hauptstadt"στα γερμανικά

Die Hauptstadt
01

πρωτεύουσα, πρωτεύουσα πόλη

Die wichtigste Stadt eines Landes, in der die Regierung sitzt 
die Hauptstadt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Hauptstädte
γενική πτώση
Hauptstadt
Παραδείγματα
Berlin ist die Hauptstadt von Deutschland. 

Το Βερολίνο είναι η πρωτεύουσα της Γερμανίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hauptstadt

haupt

+

stadt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store