hastig
has
ˈhas
has
tig
tɪk
tik

Ορισμός και σημασία του "hastig"στα γερμανικά

01

βιαστικός, απερίσκεπτος

Schnell und unüberlegt handeln 
hastig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am hastigsten
συγκριτικός βαθμός
hastiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Handlung, Verhalten, Zeit
Παραδείγματα
Er schrieb eine hastige Nachricht. 

Έγραψε ένα βιαστικό μήνυμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store