Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hasten
01
βιάζομαι, σπεύδω
Sich sehr schnell und oft hektisch bewegen, um etwas rechtzeitig zu erreichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
haste
γ΄ ενικό πρόσωπο
hastet
ενεστώτα μετοχή
hastend
απλός αόριστος
hastete
παθητική μετοχή
gehastet
Παραδείγματα
Sie hastete zum Bahnhof, um den Zug nicht zu verpassen.
Αυτή βιάστηκε προς τον σταθμό για να μην χάσει το τρένο.



























