hasten
Pronunciation
/ˈhastn̩/

Ορισμός και σημασία του "hasten"στα γερμανικά

hasten
01

βιάζομαι, σπεύδω

Sich sehr schnell und oft hektisch bewegen, um etwas rechtzeitig zu erreichen
hasten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
haste
γ΄ ενικό πρόσωπο
hastet
ενεστώτα μετοχή
hastend
απλός αόριστος
hastete
παθητική μετοχή
gehastet
Παραδείγματα
Wir müssen uns nicht hasten – wir haben noch genug Zeit.
Δεν χρειάζεται να βιαστούμε – έχουμε ακόμα αρκετό χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store