Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hasten
[past form: hastete]
01
βιάζομαι, σπεύδω
Sich sehr schnell und oft hektisch bewegen, um etwas rechtzeitig zu erreichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
haste
γ΄ ενικό πρόσωπο
hastet
ενεστώτα μετοχή
hastend
απλός αόριστος
hastete
παθητική μετοχή
gehastet
Παραδείγματα
Wir müssen uns nicht hasten – wir haben noch genug Zeit.
Δεν χρειάζεται να βιαστούμε – έχουμε ακόμα αρκετό χρόνο.



























