hassen
Pronunciation
/ˈhasən/

Ορισμός και σημασία του "hassen"στα γερμανικά

hassen
[past form: hasste]
01

μισώ, απεχθάνομαι

Jemanden oder etwas sehr nicht mögen
hassen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
hasst
ενεστώτα μετοχή
hassend
απλός αόριστος
hasste
παθητική μετοχή
gehasst
Παραδείγματα
Ich hasse es, wenn man lügt.
Μισώ όταν οι άνθρωποι λένε ψέματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store