Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hassen
[past form: hasste]
01
μισώ, απεχθάνομαι
Jemanden oder etwas sehr nicht mögen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
hasst
ενεστώτα μετοχή
hassend
απλός αόριστος
hasste
παθητική μετοχή
gehasst
Παραδείγματα
Ich hasse es, wenn man lügt.
Μισώ όταν οι άνθρωποι λένε ψέματα.



























