hassen
hassen
hasn
hasn
hausenhastenhessen

Ορισμός και σημασία του "hassen"στα γερμανικά

hassen
01

μισώ, απεχθάνομαι

Jemanden oder etwas sehr nicht mögen 
hassen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
hasst
ενεστώτα μετοχή
hassend
απλός αόριστος
hasste
παθητική μετοχή
gehasst
Παραδείγματα
Ich hasse es, früh aufzustehen. 

Μισώ σημαίνει να μην μου αρέσει καθόλου κάποιος ή κάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store