Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handeln
01
ενεργώ, συμπεριφέρομαι
Verhalten zeigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
handele
γ΄ ενικό πρόσωπο
handelt
ενεστώτα μετοχή
handelnd
απλός αόριστος
handelte
παθητική μετοχή
gehandelt
Παραδείγματα
Wie soll ich in dieser Situation handeln?
Πώς πρέπει να ενεργήσω σε αυτήν την κατάσταση ;
02
εμπορεύομαι, συναλλάσσομαι
Waren kaufen und verkaufen
Παραδείγματα
Sie handeln oft auf dem Markt.
Συχνά εμπορεύονται στην αγορά.
03
πουλώ
Etwas zum Verkauf anbieten oder verkaufen
Παραδείγματα
Das Geschäft handelt mit Elektronik.
Το κατάστημα πουλάει ηλεκτρονικά.
04
αφορώ
Beschreibt den Kern einer Sache
Παραδείγματα
Es handelt sich um einen wichtigen Vertrag.
Πρόκειται για ένα σημαντικό συμβόλαιο.
05
αφορά
Zeigt das Thema von etwas an
Παραδείγματα
Der Bericht handelt von den aktuellen Ereignissen.
Η έκθεση αφορά τα τρέχοντα γεγονότα.



























