Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handeln
01
ενεργώ, συμπεριφέρομαι
Verhalten zeigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
handele
γ΄ ενικό πρόσωπο
handelt
ενεστώτα μετοχή
handelnd
απλός αόριστος
handelte
παθητική μετοχή
gehandelt
Παραδείγματα
Er handelt immer sehr freundlich.
Πάντα συμπεριφέρεται πολύ φιλικά.
02
εμπορεύομαι, συναλλάσσομαι
Waren kaufen und verkaufen
Παραδείγματα
Sie handeln mit alten Möbeln.
Αυτοί εμπορεύονται παλιά έπιπλα.
03
πουλώ
Etwas zum Verkauf anbieten oder verkaufen
Παραδείγματα
Der Laden handelt mit frischem Obst.
Το κατάστημα πουλάει φρέσκα φρούτα.
04
αφορώ
Beschreibt den Kern einer Sache
Παραδείγματα
Es handelt sich um ein Missverständnis.
Πρόκειται για θέμα παρεξήγησης.
05
αφορά
Zeigt das Thema von etwas an
Παραδείγματα
Das Buch handelt von der Geschichte Deutschlands.
Το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία της Γερμανίας.



























