Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Halle
[gender: feminine]
01
αίθουσα, χώρος υποδοχής
großer Raum für Versammlungen oder als Flur genutzt
Παραδείγματα
Die Halle ist so groß, dass sie 500 Menschen fassen kann.
Η αίθουσα είναι τόσο μεγάλη που μπορεί να χωρέσει 500 άτομα.



























