die halle
ha
ˈha
ha
lle
haldehüllehellehalbe

Ορισμός και σημασία του "halle"στα γερμανικά

01

αίθουσα, χώρος υποδοχής

großer Raum für Versammlungen oder als Flur genutzt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Hallen
γενική πτώση
Halle
Παραδείγματα
Wir treffen uns in Halle B. 

Συναντιόμαστε στην αίθουσα B.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store