Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Hallenbad
[gender: neuter]
01
κλειστή πισίνα, εσωτερική πισίνα
Das Schwimmbad, das sich in einem Gebäude befindet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Hallenbad(e)s
πληθυντικός τύπος
Hallenbäder
Παραδείγματα
Wir gehen heute ins Hallenbad.
Σήμερα πάμε στην κλειστή πισίνα.



























