der hahn
hahn
ha:n
han

Ορισμός και σημασία του "hahn"στα γερμανικά

01

κόκορας, κόκορας

Das männliche Geflügel, bekannt für sein lautes Krähen, besonders am Morgen 
der Hahn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Hähne
αρσενικό ενικό
Hahn
θηλυκό ενικό
Henne
neutral form
Huhn
γενική πτώση
Hahn(e)s
Παραδείγματα
Der Hahn kräht jeden Morgen früh. 

Ο κόκορας κράζει νωρίς κάθε πρωί.

02

- , -

Παραδείγματα
Das Wasser aus meinem Hahn ist braun. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store