der hafen
hafen
ha:fn
hafn
hauenhabenhakenhaften

Ορισμός και σημασία του "hafen"στα γερμανικά

01

λιμάνι, αποβάθρα

Ein Ort am Wasser, wo Schiffe anlegen und Waren oder Menschen transportiert werden 
der Hafen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Häfen
γενική πτώση
Hafens
Παραδείγματα
Das Schiff liegt im Hafen. 

Το πλοίο βρίσκεται στο λιμάνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store