der hacker
hacker
hakɐ
hak
höckerhocker

Ορισμός και σημασία του "hacker"στα γερμανικά

01

χάκερ, πειρατής υπολογιστών

Eine Person, die sich unbefugt Zugang zu Computersystemen verschafft 
der Hacker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Hacker
αρσενικό ενικό
Hacker
θηλυκό ενικό
Hackerin
neutral form
Hacker
γενική πτώση
Hackers
Παραδείγματα
Der Hacker hat die Webseite gehackt. 

Ο χάκερ χάκαρε τον ιστότοπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hacker
hack
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store