das haar
haar
ha:ɐ̯
ha
herheer

Ορισμός και σημασία του "haar"στα γερμανικά

01

τρίχα, μαλλί

Die feinen Fäden auf dem Kopf oder Körper 
das Haar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Haare
γενική πτώση
Haar(e)s
Παραδείγματα
Sie hat lange braune Haare. 

Έχει μακριά καστανά μαλλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store