Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gutschein
01
κουπόνι, δελτίο
Ein Zettel oder Dokument, mit dem man etwas bezahlen oder erhalten kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gutscheine
γενική πτώση
Gutschein(e)s
Παραδείγματα
Ich habe einen Gutschein für einen kostenlosen Kaffee.
Έχω ένα κουπόνι για ένα δωρεάν καφέ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gutschein
gut
schein



























