Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gutschein
[gender: masculine]
01
κουπόνι, δελτίο
Ein Zettel oder Dokument, mit dem man etwas bezahlen oder erhalten kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gutschein(e)s
πληθυντικός τύπος
Gutscheine
Παραδείγματα
Der Gutschein kann online eingelöst werden.
Το κουπόνι μπορεί να αξιοποιηθεί διαδικτυακά.
Λεξικό Δέντρο
gutschein
gut
schein



























