Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guttun
01
eine gute oder positive Wirkung auf jemanden oder etwas haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ανώμαλο
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
tat gut
παθητική μετοχή
gutgetan
Παραδείγματα
Ein kurzer Spaziergang tut mir gut.



























