Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gutbürgerlich
01
αστικός, μεσαίας τάξης
Bezeichnet etwas, das traditionell, solide und typisch für die bürgerliche Mittelschicht ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gutbürgerlichsten
συγκριτικός βαθμός
gutbürgerlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie führt ein gutbürgerliches Leben in der Vorstadt.
Κάνει μια αστική ζωή στα προάστια.
Λεξικό Δέντρο
gutbürgerlich
gut
bürgerlich



























