Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gut
01
καλός, υψηλής ποιότητας
Von angenehmer oder hoher Qualität
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am besten
συγκριτικός βαθμός
besser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Essen schmeckt gut.
Το φαγητό έχει καλό γεύση.
02
καλός
Wird zum Wunsch von etwas Positivem benutzt
Παραδείγματα
Gut Reise!
Καλό ταξίδι !
03
πολύ περισσότερο, με το παραπάνω
In großem Umfang
Παραδείγματα
Er hat gut 50 Euro bezahlt.
Πλήρωσε καλά πάνω από 50 ευρώ.
gut
01
Εντάξει, Καλά
Zustimmende oder beruhigende Äußerung
Παραδείγματα
"Wir treffen uns um 15 Uhr." "Gut!"
« Συναντιόμαστε στις 15:00. » « Καλά! »
gut
01
καλά
Etwas mit Kompetenz ausführen
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Er spricht gut Deutsch.
Μιλάει καλά γερμανικά.
02
καλά, ευχάριστα
Ästhetisch oder geschmacklich ansprechend
Παραδείγματα
Das Parfüm riecht gut.
Το άρωμα μυρίζει καλά.
Das Gut
01
εμπορεύματα, προϊόντα
Konkrete, bewegliche Gegenstände des Handels oder Transports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gutes
πληθυντικός τύπος
Güter
Παραδείγματα
Die Güter werden per Schiff transportiert.
Τα εμπορεύματα μεταφέρονται με πλοίο.
02
ιδιοκτησία, κτήμα
Materieller Besitz
Παραδείγματα
Er besitzt große Güter in Bayern.
Κατέχει μεγάλες ιδιοκτησίες στη Βαυαρία.



























