gucken
Pronunciation
/ˈkʊkən/

Ορισμός και σημασία του "gucken"στα γερμανικά

gucken
[past form: guckte]
01

κοιτάζω, παρατηρώ

Mit den Augen etwas anschauen
gucken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gucke
γ΄ ενικό πρόσωπο
guckt
ενεστώτα μετοχή
guckend
απλός αόριστος
guckte
παθητική μετοχή
geguckt
Παραδείγματα
Warum guckst du mich so an?
Γιατί με κοιτάζεις έτσι ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store