gucken
gucken
gʊkng
gookng
drucken

Ορισμός και σημασία του "gucken"στα γερμανικά

gucken
01

κοιτάζω, παρατηρώ

Mit den Augen etwas anschauen 
gucken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gucke
γ΄ ενικό πρόσωπο
guckt
ενεστώτα μετοχή
guckend
απλός αόριστος
guckte
παθητική μετοχή
geguckt
Παραδείγματα
Die Kinder gucken gerne Cartoons. 

Τα παιδιά τους αρέσει να βλέπουν κινούμενα σχέδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store