die grundlage
grund
ˈgʁʊnt
groont
la
la:
la
ge

Ορισμός και σημασία του "grundlage"στα γερμανικά

01

βάση, θεμέλιο

Die Basis oder das Fundament, auf dem etwas aufgebaut wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Grundlagen
γενική πτώση
Grundlage
Παραδείγματα
Diese Theorie bildet die Grundlage für unsere Forschung. 

Αυτή η θεωρία αποτελεί τη βάση της έρευνάς μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store