Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Grund
[gender: masculine]
01
λόγος, αιτία
Eine Ursache oder Erklärung für etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Grund(e)s
πληθυντικός τύπος
Gründe
Παραδείγματα
Was ist der Grund für deine Entscheidung?
Ποιος είναι ο λόγος της απόφασής σου;



























