der grund
grund
gʁʊnt
groont
grind

Ορισμός και σημασία του "grund"στα γερμανικά

01

λόγος, αιτία

Eine Ursache oder Erklärung für etwas 
der Grund definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Grund(e)s
πληθυντικός τύπος
Gründe
Παραδείγματα
Der Grund für sein Fehlen ist Krankheit. 

Ο λόγος για την απουσία του είναι η ασθένεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store