Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Grund
01
λόγος, αιτία
Eine Ursache oder Erklärung für etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Grund(e)s
πληθυντικός τύπος
Gründe
Παραδείγματα
Der Grund für sein Fehlen ist Krankheit.
Ο λόγος για την απουσία του είναι η ασθένεια.



























