der Grund
Pronunciation
/ɡʁʊnt/

Ορισμός και σημασία του "grund"στα γερμανικά

Der Grund
[gender: masculine]
01

λόγος, αιτία

Eine Ursache oder Erklärung für etwas
der Grund definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Grund(e)s
πληθυντικός τύπος
Gründe
Παραδείγματα
Was ist der Grund für deine Entscheidung?
Ποιος είναι ο λόγος της απόφασής σου;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store