die großmacht
groß
ˈgʁo:s
gros
macht
maxt
makht

Ορισμός και σημασία του "großmacht"στα γερμανικά

Die Großmacht
01

μεγάλη δύναμη, κύρια δύναμη

Ein Land mit großer politischer und militärischer Macht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Großmächte
γενική πτώση
Großmacht
Παραδείγματα
Deutschland war früher eine Großmacht. 

Η Γερμανία ήταν κάποτε μια μεγάλη δύναμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store